Κάποτε ένα αγοράκι πήγε στο σχολείο. Ήταν ένα τόσο δα αγοράκι και ένα μεγάλο σχολείο. Όταν όμως το αγοράκι διαπίστωσε πως μπορούσε να μπαίνει στην τάξη του κατευθείαν από την εξωτερική πόρτα χάρηκε. Και το σχολείο δεν φαινόταν τόσο μεγάλο πια.
Ψυχολόγος Υγείας (MSc)
Σωματική & Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια (ECP)

Κάποτε ένα αγοράκι πήγε στο σχολείο. Ήταν ένα τόσο δα αγοράκι και ένα μεγάλο σχολείο. Όταν όμως το αγοράκι διαπίστωσε πως μπορούσε να μπαίνει στην τάξη του κατευθείαν από την εξωτερική πόρτα χάρηκε. Και το σχολείο δεν φαινόταν τόσο μεγάλο πια.
Μέσα από το παραμύθι «Ο Ιορδάνης και το μαγικό μολυβάκι», τα παιδιά θα καταλάβουν ότι η γλώσσα και η ορθογραφία είναι ένα παιχνίδι. Οι γονείς και οι δάσκαλοι πρέπει να τα βοηθήσουν να κατανοήσουν τον μαγικό κόσμο της γλώσσας, να τον ξεκλειδώσουν και να τον αγαπήσουν.
Ένας μαθητής δεν αγαπάει καθόλου το Σχολείο και το διάβασμα. Τα αντιπαθεί τόσο πολύ που βγάζει σπυράκια ακόμη και στο άκουσμα αυτών των λέξεων. Όταν μια μέρα στο σχολείο έχουν να κάνουν μια χειροτεχνία με θέμα το βιβλίο, o μαθητής ρωτάει τη μητέρα του κι αυτή τον συμβουλεύει να φτιάξει έναν σελιδοδείκτη.
Μια φορά και έναν καιρό συνεννοηθήκανε ο σκατζόχερας με την αλεπού:
«Ξέρεις κανένα ψέμα», του λέει, «να πάμε να κλέψουμε σταφύλια;»
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ΄ ένα χωριό ένας γεωργός με τη γυναίκα του και την κόρη του. Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα και ήταν ευτυχισμένοι. Ξαφνικά όμως η γυναίκα του αρρώστησε και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Ο γεωργός μετά από λίγα χρόνια ξαναπαντρεύτηκε και απόκτησε μια δεύτερη κόρη.
Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ’ ένα στενό γεφύρι. H μια είπε:
– Kάμε τόπο να περάσω εγώ!
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Ο Πασχάλης ήταν ένας κάτασπρος λαγός πρόσχαρος και ζωηρός που αγαπούσε πολύ τη ζωή στη φύση. Στο τεράστιο αγρόκτημα όπου ζούσε ευχαριστιόταν την ησυχία της εξοχή, το τρέξιμο και το παιχνίδι στο πυκνό δροσερό χορτάρι και στην απλωσιά των λιβαδιών.
Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ’ ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ’ ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήταν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.
Χρησιμοποιούμε cookies για την εύρυθμη λειτουργία της ιστοσελίδας και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα μας, αποδέχεστε τη χρήση Cookies, την Πολιτική Απορρήτου και τους Όρους Χρήσης.